Έλεγχος Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων

std.jpg
Mycoplasma api.jpg

Έλεγχος Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων


Τα κυριότερα είναι τα παρακάτω:

Κονδυλώματα πρωκτογεννητικής περιοχής (HPV). Πρόκειται για υπερπλασίες του δέρματος που προκαλούνται από τους ιούς HPV (Human papilloma virus, ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων).
Αναλόγως του κυτταρικού τους τροπισμού διακρίνονται σε δερματικούς και σε βλεννογονικούς. Οι πρώτοι προκαλούν συνηθέστερα τις μυρμηκίες(Μυρμηγκιές), προσβάλλοντας την επιδερμίδα των άνω και κάτω άκρων και οι δεύτεροι δυσπλαστικές ή προκαρκινικές βλάβες, προσβάλλοντας το βλεννογονικό επιθήλιο των γεννητικών περιοχών. Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί με άμεση απλή δερματική ή σεξουαλική επαφή.
Οι επίμονες μολύνσεις με υψηλού κινδύνου στελέχη του ιού μπορεί να οδηγήσουν σε κυτταρικές αλλοιώσεις που, τελικά, μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο. Τα οξυτενή κονδυλώματα και ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας συνήθως προκαλούνται από διαφορετικά στελέχη του ιού HPV.
Συνολικά, από τα σχεδόν πάνω από 150 στελέχη του ιού, 40 είναι αυτοί που απασχολούν περισσότερο τον άνθρωπο διότι μεταδίδονται εύκολα μέσω του σεξ. Από τους 40 τύπους, δύο (τα στελέχη 6 και 11) προκαλούν το 90% των οξυτενών κονδυλωμάτων, που είναι καλοήθεις βλάβες. Τα 14 στελέχη αυτά (6, 11, 40, 42, 43, 44, 55, 61, 70, 72, 81, 83, 84 & 89) είναι χαμηλού κινδύνου για καρκίνο.
Αντιθέτως, 19 άλλοι τύποι(16, 18, 31, 33, 35, 39, 45, 51, 52, 53, 56, 58, 59, 66, 68, 70, 73, 82 & 85) σχετίζονται ισχυρά με τον καρκίνο. Από αυτούς, οι τύποι HPV16 και HPV18 προκαλούν το 70% των κρουσμάτων καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Ο τύπος 16 προκαλεί επίσης τους περισσότερους καρκίνους του πρωκτού και τους μισούς σχεδόν καρκίνους του οροφάρυγγα.

  • Η μοριακή ανίχνευση του γενετικού υλικού “HPV DNA test” του ιού αποτελεί μία μη επεμβατική μέθοδο για τον προσδιορισμό της τραχηλικής λοίμωξης από τον HPV και εφαρμόζεται ως πρωτογενής έλεγχος πρώτης γραμμής, είτε σε συνδυασμό με το τεστ Παπανικολάου, ως «διπλό τεστ» (co-test), είτε μόνο του, αντικαθιστώντας το τεστ Παπανικολάου, δεδομένου ότι έχει πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία από το δεύτερο.


Μυκόπλασμα των γεννητικών οργάνων (mycoplasma genitalium). Συχνά δεν έχει συμπτώματα, αλλά μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή της πυέλου (PID), ενοχοποιείται και στα δύο φύλα για υπογονιμότητα.

  • Η διάγνωση γίνεται με καλλιέργεια κολπικού εκκρίματος ή ουρηθρικού.

  • Προτιμάται κατά κύριο λόγο με PCR, την πιο προηγμένη μέθοδο ανάλυσης.


Μυκόπλασμα (Mycoplasma hominis). Μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή της πυέλου και να βλάψουν τη γονιμότητα και στα δύο φύλα εάν δε θεραπευτούν εγκαίρως.

Ουρεάπλασμα(Ureaplasma urealyticum).Το U.urealyticum στους άνδρες προκαλεί μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (NGU), προστατίτιδα και επιδυδιμίτιδα . Στις γυναίκες προκαλεί κολπίτιδα, τραχηλίτιδα, ενδομητρίτιδα, απομονώνεται από φλεγμαίνουσες σάλπιγγες, συσχετίζεται με ουρηθρικό  σύνδρομο, πυελική φλεγμονώδη νόσο(PID) και περιγεννητικές επιπλοκές.Σε  ότι  αφορά  τη  συσχέτιση  του Ureaplasma  spp. με τη γυναικεία υπογονιμότητα, οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα δεν έχουν καταλήξει σε  οριστικά συμπεράσματα, καθώς τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά.

Η εργαστηριακή διάγνωση για το μυκόπλασμα και για το ουρεόπλασμα:

  • Η καλλιέργεια του κλινικού δείγματος με στόχο την απομόνωση και ταυτοποίηση του παθογόνου αιτίου της λοιμώξεως είναι η κυριότερη εργαστηριακή πράξη για την ανίχνευση και την εφαρμογή κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας.

  • Εμπορικές δοκιμασίες με τις οποίες μπορεί να γίνει ταυτοποίηση και ποσοτικοποίηση των μικροοργανισμών καθώς και εξέταση της ευαισθησίας τους σε μία σειρά αντιβιοτικών (Mycoplasma IST2(Biomerieux), Mycoplasma IES(Autobio Diagnostics), Mycoplasma GU Screen(Bioplus)).

  • Ο ορολογικός έλεγχος για το Mycoplasma και το Ureaplasma δεν έχει διαγνωστική αξία γιατί τα αντισώματα υπάρχουν και σε μη νοσούντες φορείς και επιπλέον δε διαπιστώνεται σε καμία περίπτωση τετραπλασιασμός του τίτλου τους (Αρσένη, Α., 1994).

  • Μοριακές μέθοδοι:

Αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR)
Διπλή PCR (nested PCR)
PCR Πραγματικού Χρόνου (Real –Time PCR)


Χλαμύδια (Chlamydia trachomatis).Η χλαμυδιακή μόλυνση του τραχήλου της μήτρας (τραχηλίτιδα) είναι ασυμπτωματική για περίπου 50-70% των γυναικών που έχουν προσβληθεί. Από αυτές που έχουν μια ασυμπτωματική λοίμωξη, περίπου το 50% θα αναπτύξει φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (PID), με μόλυνση της μήτρας, των σαλπίγγων, και των ωοθηκών. Η PID μπορεί να προκαλέσει ουλές στο εσωτερικό των αναπαραγωγικών οργάνων, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές αργότερα, όπως χρόνιο πυελικό πόνο, υπογονιμότητα, έκτοπη (σαλπίγγων) εγκυμοσύνη, και άλλες επικίνδυνες επιπλοκές στην κύηση.Στους άνδρες, τα χλαμύδια δημιουργούν συμπτώματα ουρηθρίτιδας σε περίπου 50% των περιπτώσεων. Τα συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν περιλαμβάνουν: Αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, μια ασυνήθιστη έκκριση από το πέος, οίδημα όρχεων , ή πυρετό. Το πυώδες έκκριμα, είναι λιγότερο παχύρρευστο και ελαφρύτερο στο χρώμα ό, τι στη γονόρροια. Εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, είναι δυνατόν, στους άνδρες να εξαπλωθεί στους όρχεις προκαλώντας επιδιδυμίτιδα, η οποία σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν στειρότητα εάν δεν αντιμετωπιστεί. Τα χλαμύδια είναι, επίσης, μια πιθανή αιτία της προστατίτιδας στους άνδρες.
Η εργαστηριακή διάγνωση :

  • Κυτταροκαλλιέργεια, η οποία ήταν η κυρία μέθοδος διάγνωσης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

  • Ανοσοενζυμική μέθοδος που χρησιμοποιεί πολυκλωνικό αντίσωμα έναντι του LPS λιποπολυσακχαριδικού αντιγόνου.

  • Άμεσος ανοσοφθορισμός σε ειδικό μικροσκόπιο σκοτεινού θαλάμου, όπου χρησιμοποιούνται μονοκλωνικά αντισώματα, έναντι της ειδικής ΟΜΡ1 πρωτεΐνης συνδεδεμένα με φλουορεσκεΐνη (FITC).

  • Μοριακές μέθοδοι που στηρίζονται στην ενίσχυση και πολλαπλασιασμό του νουκλεϊνικού οξέος των χλαμυδίων θεωρούνται οι πλέον ευαίσθητες και επιτρέπουν τον έλεγχο ασυμπτωματικών ατόμων.


Τριχομονάδα (Trichomonas vaginalis). Τα πιθανά συμπτώματα είναι κιτρινοπράσινες εκκρίσεις με έντονη οσμή, από τον κόλπο ή το πέος.Η διάγνωση γίνεται με :

  • Άμεση οπτική μικροσκόπηση νωπού επιχρίσματος προς αναζήτηση ζωντανών ζωηρώς κινούμενων τριχομονάδων του δείγματος κολπικού , τραχηλικού, ουρηθρικού εκκρίματος.Συχνά ανευρίσκεται και στα ούρα του μολυσμένου ατόμου.  

  • Η καλλιέργεια του κλινικού δείγματος σε ειδικό θρεπτικό υλικό, σπάνια χρειάζεται.   

  • Μοριακός έλεγχος.


Αιμόφιλος του κόλπου (Gardnerella vaginalis). Είναι μια μόλυνση που μπορεί μεταδοθεί και με το σεξ, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε παρθένα νεαρά κορίτσια.Τα συμπτώματα χαρακτηρίζονται από κολπική υπερέκκριση γκριζωπού χρώματος με χαρακτηριστική οσμή ψαριού.
Η διάγνωση γίνεται με :

  • Άμεση οπτική μικροσκόπηση νωπού επιχρίσματος προς αναζήτηση clue cells (χαρακτηριστική άλως γύρω από τα επιθηλιακά κύτταρα).

  • ∆οκιμασία ΚΟΗ 10 % (Whiff Test) του κλινικού δείγματος.

  • Καλλιέργεια του κλινικού δείγματος σε ειδικό θρεπτικό υλικό.


Μαλακό έλκος (Haemophilus ducreyi). Χαρακτηρίζεται από επώδυνα έλκη στο γεννητικά όργανα.
Η διάγνωση γίνεται με :

  • Άμεση οπτική μικροσκόπηση κεχρωσμένου κατα Gram επιχρίσματος στο πυώδες υγρό από τη βάση του έλκους ή απόστημα λεμφαδένα.

  • Καλλιέργεια του κλινικού δείγματος σε ειδικό θρεπτικό υλικό.

  • Ταυτοποίηση του Haemophilus ducreyi με PCR


Καντιντίαση (Candida albicans).

  • Άμεση οπτική μικροσκόπηση νωπού επιχρίσματος προς αναζήτηση υφών μυκήτων και βλαστοσπορίων.

  • Καλλιέργεια του κλινικού δείγματος σε ειδικό θρεπτικό υλικό.


Έρπης γεννητικών οργάνων (HSV-2). Οφείλεται σε ιό που δεν εγκαταλείπει ποτέ το σώμα μας, ωστόσο μπορεί να παραμένει ανενεργός, χωρίς συμπτώματα και να υποτροπιάζει κατά διαστήματα.
Η διάγνωση τίθεται με :

  • Αντισώματα IgG & IgM ενάντια στον ιό του απλού Έρπητα τύπου 2 (anti-HSV-2).

  • Ποσοτικός προσδιορισμός DNA του Απλού Έρπητα τύπου 1 και 2.


Γονόρροια (Neisseria gonorrhoeae) . Ονομάζεται και βλενόρροια και οφείλεται στο γονόκοκκο.Τα πιθανά συμπτώματα είναι μη φυσιολογικές εκκρίσεις από τον κόλπο ή το πέος. Ωστόσο, μπορεί να μην υπάρχουν και καθόλου συμπτώματα. Αν δε θεραπευτεί μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή της πυέλου ή και στείρωση.

  • Στους άντρες, μία γρήγορη τεχνική είναι η ανεύρεση ενδοκυττάριων κατά Gram αρνητικών διπλόκοκκων (με χρώση Gram), ουρηθρικού δείγματος με τη χρήση οπτικού μικροσκοπίου. Όμως, ενώ αυτή η μέθοδος μπορεί να διαγνώσει τη γονόρροια, δεν επαρκεί για να αποκλείσει μόλυνση σε ασυμπτωματικούς άντρες. Επίσης, η μέθοδος αυτή δεν είναι αξιόπιστη στις γυναίκες.

  • Καλλιέργεια για Neisseria gonorrhoeae σε ειδικό θρεπτικό υλικό. Το δείγμα για την καλλιέργεια λαμβάνεται από τον τράχηλο, τον κόλπο, την ουρήθρα ή τον πρωκτό .

  • Aνοσοενζυμικές μέθοδους που στοχεύουν στην ταχεία διάγνωση της γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας με ικανοποιητική ευαισθησία και ειδικότητα. Δεν είναι δυνατόν όμως να χρησιμοποιηθούν σε δείγματα τραχήλου μήτρας, φάρυγγος και πρωκτού, διότι στερούνται ευαισθησίας και ειδικότητας.

  • Μοριακές μεθόδους που στηρίζονται στην ανίχνευση των νουκλεϊκών οξέων(DNA) του γονόκοκκου με μεγαλύτερη ευαισθησία από την καλλιέργεια.


Σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας ,AIDS. Πρόκειται για σύνδρομο που προκαλείται από τον ιό HIV. Ο ιός επιτίθεται στο ανοσοποιητικό μας σύστημα και το καταστέλλει με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία και την επιβίωσή μας.

Η διάγνωση τίθεται με :

  • Αντισώματα έναντι του HIV-1 και του υπότυπου του, HIV-Ο καθώς και του HIV-2.

  • Western Blot με μεγάλη ακρίβεια 99,9%.

  • Ποσοτικός προσδιορισμός RNA του ιού Επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1).


Ηπατίτιδα Β. Προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Σε ορισμένους ανθρώπους η οξεία φλεγμονή εξελίσσεται σε χρόνια και προκαλεί ηπατική βλάβη.
Η διάγνωση τίθεται με τις εξετάσεις :

  • Αντιγόνο επιφανείας ηπατίτιδας Β (HBsAg) ή Αυστραλιανό αντιγόνο.

  • Αντισώματα έναντι του επιφανειακού αντιγόνου της ηπατίτιδας B (anti-HBs).

  • Αντισώματα ολικά έναντι του πυρηνικού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β (anti-HBc ολικά).

  • Αντισώματα IgM έναντι του πυρηνικού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β (anti-HBc IgM).

  • Αντιγόνο e (HBeAg).

  • Αντισώματα έναντι του αντιγόνου e (anti-Hbe).

  • Μοριακή ανίχνευση και ποσοτικός προσδιορισμός DNA του ιού της Ηπατίτιδας B.


Ηπατίτιδα C. Προκαλείται από τον ομώνυμο ιό. Μεταδίδεται με μολυσμένες σύριγγες, με τη μετάγγιση μολυσμένου αίματος, αλλά και με τη σεξουαλική επαφή. Ο οργανισμός ορισμένων ανθρώπων καταστέλλει από μόνος του τον ιό. Σε άλλους η φλεγμονή στο συκώτι γίνεται χρονία και οδηγεί σε κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος.
Η διάγνωση τίθεται με την εξέταση :

  • Αντισώματα IgG έναντι στον ιό της ηπατίτιδας C (anti-HCV IgG).

  • Μοριακή ανίχνευση και ποσοτικός προσδιορισμός RNA του ιού της Ηπατίτιδας C.

  • Προσδιορισμός γονοτύπου ιού της Ηπατίτιδας C.


Σύφιλη (Treponema pallidum). Πρόκειται για σοβαρή νόσο. Εάν δε θεραπευτεί, το βακτήριο που προκαλεί σύφιλη πηγαίνει μέσω του αίματος σε άλλα μέρη του σώματος προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στο νευρικό, στο καρδιαγγειακό και σε άλλα συστήματα.

  • Οι μη τρεπονημικές ορολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται ,για την διάγνωση σήμερα είναι οι:

             VDRL (Venereal Disease Research Laboratory).
             Ταχεία αντιδρασίνη πλάσματος RPR (Rapid Plasma Reagin).
             USR (Unheated Serum Reagin).
             TRUST (Toluidin Read Unheated Serum Test).

  • Οι τρεπονημικές ορολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι οι:

             Δοκιμασία απορρόφησης φθορίζοντος τρεπονηματικού αντισώματος FTA-Abs (Fluorescent Treponemal Antibody-Absorption) και η παραλλαγή της FTA-Abs-DS (Fluorescent Treponemal Antibody-Absorption-Double Staining) – μέθοδοι ανοσοφθορισμού.
             Δοκιμασία παθητικής αιμοσυγκόλλησης TPHA (Treponema Pallidum Heamagglutination Assay) και οι παραλλαγές της TP-MHA (Treponema Pallidum Microhemagglutination Assay) και TPPA (Treponema pallidum agglutination test).

  • Μοριακή ανίχνευση DNA Treponema pallidum.

Κάλεστε μας για οποιαδήποτε απορία έχετε